Σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη για την Πολιτιστική Πολυμορφία της UNESCO (2001) «πολιτισμός θεωρείται το σύνολο των ιδιαίτερων πνευματικών, υλικών, διανοητικών, συναισθηματικών χαρακτηριστικών της κοινωνίας ή μιας κοινωνικής ομάδας. Εκτός από την τέχνη και τη λογοτεχνία περιλαμβάνει τρόπους ιδιωτικής και συλλογικής ζωής, συστήματα αξιών, παραδόσεις και πεποιθήσεις».
Επομένως πολιτισμός και τέχνη δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Ο πολιτισμός περιλαμβάνει όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα, είτε κατασκευάστηκαν για πρακτικούς λόγους είτε όχι, ενώ η τέχνη αναφέρεται μόνο σε εκείνα που παράγουν οι άνθρωποι για να εκφράζουν τη δημιουργικότητα και τη φαντασία τους.
Το 1972 υπογράφηκε η Σύμβαση της UNESCO σχετικά με την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, ένα κείμενο ενδεικτικό της ολοένα αυξανόμενης ευαισθητοποίησης για τον ανθρώπινο πολιτισμό, οπουδήποτε έχει εκδηλωθεί, και της ανάγκης διαφύλαξής του. Εκεί συναντάμε τον όρο πολιτιστική κληρονομιά που αναφέρεται σε όλα εκείνα τα στοιχεία του πολιτισμού που πρέπει να διαφυλαχτούν για τις επόμενες γενιές. Πρόκειται για την «περιουσία», υλική ή άυλη, που κληροδοτούν οι παλαιότεροι στους επόμενους και, επομένως, πρέπει να διατηρείται, για να επωφελούνται και οι επόμενες γενιές.
Η πολιτιστική κληρονομιά περιλαμβάνει
- τον απτό πολιτισμό όπως έργα τέχνης, μνημεία και γενικότερα δομημένο περιβάλλον (αρχιτεκτονική κληρονομιά), βιβλία, αντικείμενα
- πολιτιστικά τοπία, δηλαδή φυσικά τοπία με τα οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι (άρχισαν να αναγνωρίζονται από το 1992)
- τον άυλο πολιτισμό όπως παραδόσεις, έθιμα λαών, εορταστικές εκδηλώσεις, πατροπαράδοτες πρακτικές, αυτά που παλιότερα περιγράφονταν ως παραδοσιακός και σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός (αναγνώριση από το 2003)

ΑΠΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ


ΑΠΤΟΣ (ΥΛΙΚΟΣ) ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Τα αρχαία μνημεία και οι πρώτοι tour-ίστες
Τον 19ο αιώνα κορυφώθηκε το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τους τόπους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Αυξήθηκε κατακόρυφα ο αριθμός των περιηγητών που ταξίδευαν προς τον ευρωπαϊκό νότο, παρά τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετώπιζε ο ταξιδιώτης αφού τα μέσα μεταφοράς ήταν ακόμα στοιχειώδη.
Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ‘Grand Tour’, μια πρακτική αρκετά διαδεδομένη κατά τη διάρκεια του 17ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα, που σχετιζόταν με την ενηλικίωση των νεαρών Ευρωπαίων.
Εκείνη την εποχή οι νεαροί Ευρωπαίοι της ανώτερης κοινωνικής τάξης έπρεπε να κάνουν ένα πολύμηνο ή και πολύχρονο ταξίδι στην ευρωπαϊκή ήπειρο για να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους, συνήθως μαζί με κάποιον δάσκαλο ή ένα έμπειρο μέλος της οικογένειάς τους. Η αντίληψη αυτή εδραιώθηκε με την επίδραση του Διαφωτισμού και συγκεκριμένα με την πεποίθηση ότι η γνώση προέρχεται κυρίως από τις εξωτερικές αισθήσεις και τα φυσικά ερεθίσματα. Πολλοί νέοι λοιπόν ξεκινούσαν από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους για το Grand Tour, ένα ταξίδι δαπανηρό (γι΄αυτό αφορούσε μόνο τους προνομιούχους Ευρωπαίους) και αρκετά ριψοκίνδυνο, για να γνωρίσουν από κοντά τους τόπους όπου γράφτηκαν τα κλασικά κείμενα και να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Βασικός προορισμός τους ήταν ο ευρωπαϊκός Νότος και κυρίως η Ιταλία. Κάποιοι, πιο τολμηροί, έφθαναν μέχρι την τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα (για παράδειγμα ο λόρδος Βύρων), παρακινημένοι και από το ρεύμα του φιλελληνισμού.
Μέσα από αυτή την πρακτική οι ευρωπαίοι διανοούμενοι ήρθαν σε επαφή με αντικείμενα και μνημεία παλιότερων εποχών και έτσι αναδύθηκε το πάθος για την αρχαιολογία. Και καθώς τα περισσότερα από αυτά τα μνημεία ήταν ερειπωμένα, είτε από σεισμούς και άλλα φυσικά αίτια, είτε από τον ανθρώπινο παράγοντα (πόλεμοι, λεηλασίες), σημειώθηκε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη διάσωσή τους.

Σημαντική ήταν και η συμβολή του ρομαντισμού στη μέριμνα που εκδηλώθηκε για τη συντήρηση και τη διαφύλαξη των μνημείων, αφού κεντρικός άξονας της ιδεολογίας αυτού του κινήματος ήταν η επιστροφή στις αξίες του παρελθόντος.
Άλλωστε την περίοδο εκείνη είχε εμφανιστεί κι άλλος ένας κίνδυνος τόσο για τα μνημεία όσο και για την ίδια τη φύση. Μιλάμε για τη βιομηχανική επανάσταση που συνδέθηκε άρρηκτα με την αστυφιλία και την ανάπτυξη των αστικών κέντρων εις βάρος των παλιών κτιρίων και των παραδοσιακών οικισμών. Έτσι λοιπόν, κατά τον 19ο αιώνα, δημιουργήθηκε και το πρώτο νομικό πλαίσιο προστασίας των μνημείων του παρελθόντος και έγιναν παρεμβάσεις στα ιστορικά κέντρα με στόχο την αποκατάσταση τους.
Μέχρι το τέλος του 18ου / αρχές του 19ου αιώνα, μόνο τα κτίρια και τα αντικείμενα στα οποία αναγνωριζόταν κάποιο καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό θεωρούνταν άξια να συντηρηθούν και να αποκατασταθούν. Μάλιστα θεωρούσαν απαραίτητη την κάθαρση των μνημείων από τις μεταγενέστερες προσθήκες, οι οποίες αλλοίωναν την αρχική τους όψη.
Αργότερα επικράτησε η αντίληψη πως, έστω υπό προϋποθέσεις, πρέπει να είναι σεβαστές και οι μεταγενέστερες προσθήκες, αφού και αυτές αποτελούν πολιτιστική δημιουργία.
Από το 1980 και μετά, το ενδιαφέρον άρχισε να επικεντρώνεται και σε βιομηχανικά κτίρια, εργατικές ή προσφυγικές κατοικίες, που αποκαθίστανται παράλληλα με τους αρχαιολογικούς χώρους, δίνοντας ζωή σε πιο περιθωριοποιημένες περιοχές των πόλεων. Αυτό απηχεί μια νέα αντίληψη, η οποία δεν θεωρεί ως αρχιτεκτονική κληρονομιά μόνο τα μεγάλα και σημαντικά μνημεία, αλλά και κάθε είδους κτίσματα και κατασκευές που αποτελούν δείγματα κάποιας δραστηριότητας του παρελθόντος.



ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ
Η συνύπαρξη της φύσης με τον άνθρωπο
Ο όρος πολιτιστικό τοπίο (cultural landscape) χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια περιοχή, στην οποία συνδυάζονται έργα της φύσης και του ανθρώπου. Πρόκειται για γεωγραφικές περιοχές, στις οποίες αλληλεπιδρούν ο φυσικός και ο ανθρώπινος παράγοντας, εκφράζοντας μια μακρά και οικεία σχέση μεταξύ τους, και οι οποίες δεν είναι μουσειακά αντικείμενα, αλλά κατοικημένα, ζωντανά τοπία. Ορισμένες τοποθεσίες αντικατοπτρίζουν συγκεκριμένες τεχνικές χρήσης γης που εγγυώνται και συντηρούν τη βιολογική ποικιλότητα. Άλλες συνδέονται στο μυαλό των κατοίκων τους με ισχυρές πεποιθήσεις και παραδοσιακά έθιμα που ενσαρκώνουν μια εξαιρετική πνευματική σχέση των ανθρώπων με τη φύση.
Πλήθος πολιτιστικών τοπίων έχουν εγγραφεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Μεταξύ αυτών οι αναβαθμίδες ρυζιού στην Κίνα, φυτείες καφέ στην Κολομβία και την Κούβα, ορυχεία στην Τσεχία και τη Γερμανία.
To 2023 αναγνωρίστηκαν ως πολιτιστικό τοπίο τα Ζαγοροχώρια για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους που είναι προσαρμοσμένη στην τοπογραφία του βουνού: κεντρική πλατεία με πλάτανο, πέτρινα μονοπάτια, γεφύρια και σκάλες που ένωναν τα χωριά δημιουργώντας μια πολιτική και κοινωνική ενότητα στις κοινότητες του Βίκου και της λεκάνης του ποταμού Βοϊδομάτη.
Στην Πορτογαλία έχουν αναγνωριστεί ως πολιτιστικά τοπία η περιοχή της Σίντρας, η οινοποιητική περιοχή του ποταμού Douro, οι αμπελώνες του νησιού Pico στις Αζόρες και το ιερό του Bom Jesus do Monte στη Μπράγκα.


Άυλη πολιτιστική κληρονομιά
ΑΫΛΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ:
Η πολυμορφία του λαϊκού πολιτισμού
Σύμφωνα με τη σύμβαση που θεσπίστηκε για την προστασία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς στις 17.10.2003 στο Παρίσι, σ΄αυτήν περιλαμβάνονται πρακτικές, εκφράσεις, γνώσεις και τεχνικές, εργαλεία, αντικείμενα, χειροτεχνήματα, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που ομάδες ανθρώπων αναγνωρίζουν ως μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς τους.
Σύμφωνα με την UNESCO «Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, αναδημιουργείται συνεχώς από τις κοινότητες και τις ομάδες σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους, την αλληλεπίδρασή τους με τη φύση και την ιστορία τους, και τους παρέχει μία αίσθηση ταυτότητας και συνέχειας, συμβάλλοντας έτσι στην προώθηση του σεβασμού της πολιτιστικής πολυμορφίας και της ανθρώπινης δημιουργικότητας» (ich.unesco.org). Στο παραπάνω κείμενο διακρίνονται πέντε βασικά στοιχεία:
- η μεταβίβαση από γενιά σε γενιά
- η επιβίωση και αναδημιουργία της στις σύγχρονες πρακτικές
- η αλληλεπίδρασή της με τη φύση και την ιστορία του τόπου
- η επίδρασή της στη διαμόρφωση ταυτότητας
- η συμβολή της στον διαπολιτισμικό διάλογο
Η σημασία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι η ίδια η πολιτιστική εκδήλωση, αλλά ο πλούτος γνώσεων και δεξιοτήτων που μεταδίδονται μέσω αυτής από τη μια γενιά στην άλλη.
Η κατανόηση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς των διαφορετικών κοινοτήτων βοηθά στον διαπολιτισμικό διάλογο και ενθαρρύνει τον αμοιβαίο σεβασμό για άλλους τρόπους ζωής, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας ενόψει της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης.
